• Constantinos Koushiappis

Χωριά άλλων εποχών (GR)


Μιλούσα με τον φίλο Αχιλλέα για τα τουρ που διοργανώνει με την εταιρία του, και μου είπε για ένα οδοιπορικό στα εγκαταλελειμμένα χωριά της Κύπρου.

Μου ζήτησε αν θα ήθελα να τον βοηθήσω να φέρουμε εις πέρας αυτή την εκδρομή αφού θα είχε δύσκολα σημεία χωματόδρομου για τις βαριές on/off μοτοσυκλέτες που θα συμμετείχαν. Φυσικά και δέχτηκα αφού ευκαιρία έψαχνα να βγω από την καθημερινή ρουτίνα και τις ίδιες διαδρομές. Θα ήταν και μια ευκαιρία να δοκιμάσω τις εκτός δρόμου ικανότητές μου, με τις πλαϊνές βαλίτσες και ακολούθως με παραπάνω φόρτωμα απ΄ ότι είμαι συνηθισμένος. Το Σαββάτο ήρθε, φόρτωσα την μηχανή με τα αναγκαία για ένα offroad ταξίδι και ξεκίνησα νωρίς για να συναντήσω τον Αχιλλέα και την Σούλη στο σημείο όπου συνεννοηθήκαμε.

Επικρατούσε μια ατμόσφαιρα στην Λευκωσία αποπνικτική, πολλή ομίχλη και καθόλου ορατότητα, υγρασία σε σημείο που δεν μπορούσες να κλείσεις την ζελατίνα και σε σημείο να θολώνουν τα πάντα.

Φύγαμε από αυτοκινητόδρομο για Χοιροκοιτία όπου θα ήταν και η αρχή της περιπέτειας.

Ο πρώτος χωματόδρομος δεν άργησε να έρθει, βατός και εύκολος. Με πολύ αργές ταχύτητες, λόγω των μεγάλων on/off που οι πλείστες ήταν και δικάβαλες, φτάσαμε στα 2 πρώτα χωριά του οδοιπορικού.

Στα βουνά της Καλαβασού, είχαν βρεθεί πολύτιμα μέταλλα.

Έτσι δημιουργήθηκαν δύο χωριά επί Ενετοκρατίας που στέγαζαν τους μεταλλορύχους. Αυτά τα χωριά είναι η Παρσάτα και η Δράπια.

Είναι κτισμένα κατα μήκος της κοιλάδας του Βασιλοπόταμου.


Η Παρσάτα βρίσκεται μόλις 3 χιλιόμετρα ανατολικά του χωριού Λάγεια.

Ο οικισμός, από τα ευρήματα, φαίνεται να κτίστηκε για να μείνει. Στα γύρω χωράφια υπάρχουν τεράστιες χαρουπιές και ελιές, που φανερώνει την πρόθεση των κατοίκων του οικισμού για μόνιμη και διαρκή παραμονή στον χώρο.

Λίγα χιλιόμετρα πάρα πέρα βρίσκεται η Δράπια η οποία φέρει το όνομα της από τη διοικητική περιφέρια της Νοτιας Ιταλίας είναι ακόμα ένα «μνημείο»-κατάλοιπο της Ενετοκρατίας στο νησί της Κύπρου.

Στο χωριό Σουσκιού, μπορείς να δεις τον πλούτο και την ευημερία των κατοίκων του. Σε κάθε γειτονιά υπάρχει βρύση με πόσιμο νερό.

Η αρχιτεκτονική των σπιτιών διαφέρει ανάλογα με την εποχή κατά την οποία το κάθε σπίτι είχε αναγερθεί. Τα πιο παλιά είναι κτισμένα με τεράστιες ακανόνιστες πέτρες, επιχρισμένες με άργιλο. Ενώ, τα σπίτια που οικοδομήθηκαν μετά την περίοδο της Τουρκοκρατίας είναι κτισμένα με τετράγωνους πλίνθους, τους οποίους κατασκεύαζαν οι ίδιοι, από άργιλο με πρόσμιξη άχυρου.

Είναι κτισμένη βορειοδυτικά του χωριού Καλαβασός.

Οι δύο οικισμοί, έχουν κοινή ιστορία και κοινή μοίρα. Κτίστηκαν περίπου κατά την ίδια χρονική περίοδο και για τον ίδιο λόγο. Να στεγάσουν εργάτες και μηχανικούς που εργάζονταν στα μεταλλεία της Καλαβασού. Εγκαταλείφθηκαν επίσης για τον ίδιο λόγο.

Τα χρόνια πέρασαν και το βουνό στέρεψε και οι μεταλλωρύχοι έμειναν χωρίς δουλειά. 'Εκλεισαν πίσω τους τις πόρτες των σπιτιών τους και ανηφόρισαν προς άλλες περιοχές. Κάποιοι τράβηξαν για τον Αμίαντο και άλλοι για το Μιτσερό.

Φύγαμε για επαρχία Πάφου, όπου βρίσκονται τα υπόλοιπα χωριά του οδοιπορικού. Στα Κούκλια ήταν η πρώτη μας στάση για καφέ.

Ακολουθήσαμε ένα χωματόδρομο έξω από το χωριό, ο οποίος καταλήγει πάνω από το χωριό Σουσκιού.

Η Σουσκιού βρίσκεται στο νοτιοανατολικό μέρος της κοιλάδας που σχημάτισε ο ποταμός Διάριζος και κατοικείτο εξ ολοκλήρου από Τούρκους της Κύπρου.


Τον καιρό της Τουρκοκρατίας οι Τούρκοι, επέλεγαν να χτίζουν τα χωριά τους σε μέρη όπου υπήρχαν εύφορες πεδιάδες που διασχίζονταν από ποτάμια. Έτσι, η πανέμορφη κοιλάδα του Διαρίζου με τις τεράστιες αρόσιμες εκτάσεις της, κατοικήθηκε εξ ολοκλήρου από Τούρκους.

Στα χρόνια που ακολούθησαν την ανεξαρτησία του νησιού, τα σπίτια κτίζονταν με τούβλα.

Το Τζαμί, το οποίο βρίσκεται στο κέντρο της Σουσκιού, είναι το μόνο κτίριο που βρίσκεται σε καλή κατάσταση.

Τα πρώτα χρόνια της ανεξαρτησίας, η Σουσκιού αποτελούσε μέρος εκπαίδευσης τρομοκρατών της ΤΜΤ. Το χωριό, καλά κρυμμένο μέσα στην κοιλάδα του ποταμού, μακριά από τα όποια βλέμματα των αρχών του κράτους, ήταν το κατάλληλο μέρος όπου οι διασπαστές εκπαιδεύονταν στα όπλα, που στην συνέχεια έστρεψαν ενάντια στις νόμιμες αρχές του νησιού.

Το 1963 αποτέλεσε την αρχή της εγκατάλειψης του χωριού. Μέχρι το 1974, στους δρόμους της Σουσκιού, δεν κυκλοφορούσε κανένας άνθρωπος.

Σήμερα τα μόνο ζωντανά που διακινούνται μέσα στα λιθόστρωτα δρομάκια είναι μερικές «οικογένειες» γουρουνιών.

Συνεχίσαμε κατά μήκος της κοιλάδας του Διάριζου μέσα από χωμάτινες διαδρομές προς το επόμενο χωριό, τον Μάρωνα.


Κατά τη διάρκεια της Φράγκικης περιόδου το χωριό ήταν πολύ πλούσιο και ένα από τα 14 χωριά στη Πάφο που αποτελούσαν τη Μικρή Κουμανδαρία των Ιωαννιτών Ιπποτών που ύδρευε στο χωριό Φοίνικας. Ο Μάρωνας πρέπει να ήταν επίσης ένα πολύ μεγάλο χωριό επειδή οι Λατίνοι το είχαν κάνει θρησκευτικό κέντρο, δημιουργώντας εκεί Λατινική Καθολική Επισκοπή.

Πότε και πως το χωριό περιήλθε να γίνει Τουρκικό και Μουσουλμανικό από το να είναι ίσως Μαρωνίτικο και Χριστιανικό κανένας δεν ξέρει, μπορούμε να υποθέσουμε ότι το χωριό άλλαξε ταυτότητα μετά από την Οθωμανική κατάκτηση της Κύπρου.

Το 1960, το χωριό είχε 11 Χριστιανούς μεταξύ των 100 Μουσουλμάνων.

Ο Μάρωνας επέζησε έως το 1963-64 όταν οι κάτοικοί του εγκατέλειψαν τα σπίτια και το χωριό τους για να επιδιώξουν ασφάλεια κατά τη διάρκεια της διακοινοτικής βίας που ξέσπασε μεταξύ των Ελληνικών και Τουρκικών κοινοτήτων του νησιού.

Συνεχίσαμε κατά μήκος της κοιλάδας του Διάριζου, ταξιδεύοντας προς την Τρόζενα. Το πρώτο πράγμα που προσέχει κανείς μόλις φτάσει στο χωριό είναι το καταπράσινο τοπίο που σχημάτισε ο Διάριζος.

Στην Τρόζενα όλα τα σπίτια έχουν μετατραπεί σε ερείπια και το μόνο οικοδόμημα που συντηρείται και βρίσκεται σε καλή κατάσταση, είναι η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου η οποία κτίστηκε το 1885 και αναστηλώθηκε το 1993.


Περπατήσαμε στο χωριό το οποίο μας έδωσε την εντύπωση ότι οι κάτοικοι έφυγαν βιαστικά. Γλάστρες με λουλούδια στην είσοδο των σπιτιών και σε κάποια σπίτια θα δείτε καρέκλες και τραπεζάκια. Ένα σπίτι είναι κλείστο με μια καγκελόπορτα και φαίνεται ότι ο ιδιοκτήτης του προσπαθεί να το ανακαινίσει πιθανόν για να το χρησιμοποιεί ως εξοχικό.

Κατεβαίνοντας τον δρόμο για να πάτε στη εκκλησία του Αγίου Γεωργίου σας περιμένει μια καταπληκτική θέα. Ένα κεφαλόβρυσο, αναβλύζει μέσα από τον βράχο, ανάμεσα σε τεράστια πλατάνια τα οποία μπορούν να προσφέρουν την δροσιά και την σκιά τους για ξεκούραση αφού υπάρχει και παγκάκι για να καθίσεις.

Πληροφορίες λένε ότι το χωριό εγκαταλείφθηκε πριν περίπου 20 χρόνια.

Χαρακτηριστικό του χωριού είναι η παλιά μεταλλική γέφυρα με την ξύλινη επένδυση η οποία μπορεί να σηκώσει οχήματα βάρους μέχρι οκτώ τόνους. Είναι κατασκεύασμα Άγγλου μηχανικού που υπηρετούσε στον Αγγλικό στρατό κατοχής.

Το 1191 μ.χ. στο νησί της Κύπρου, εισέβαλε ο Βασιλιάς της Αγγλίας Ριχάρδος ο Λεοντόκαρδος. Αφού νίκησε τους Βυζαντινούς, λεηλάτησε το νησί και το πούλησε στους Πτωχούς Ιππότες του Χριστού και του Ναού του Σολομώντος, ή όπως αλλιώς λέγονταν «Ναΐτες Ιππότες».

Οι Ναΐτες για να ελέγχουν και να κυβερνούν τις επαρχίες της Πάφου και της Λεμεσού, ίδρυσαν την ανώτερη στρατιωτική διοίκηση του Φοίνικα.

Το χωριό Φοίνικας, συνέχισε να «ζει» μέχρι και την ανεξαρτησία του νησιού το 1960.

Συνεχίσαμε σε ασφαλτοστρωμένο δρόμο προσπερνώντας το γειτονικό χωριό Γεροβάσα, που είχε σχεδόν την ίδια ιστορία με την Τρόζενα, και φτάσαμε μέχρι το χωρίο Χολέτρια το οποίο καταστράφηκε από σεισμό το 1953 και μετακινήθηκε κάποια χιλιόμετρα παραπέρα, αλλά δυστυχώς δεν είχαμε χρόνο για να σταματήσουμε. Περνώντας από το χωριό είναι σχεδόν αδύνατο να μην προσέξετε την παλιά του εκκλησία.

Η πιο δυσκολή διαδρομή της ημέρας έφτασε όταν έπρεπε να πάμε στο χωριό Φοίνικας. Ένα από τα πιο γνωστά εγκαταλελειμμένα χωριά της Κύπρου στο οποίο η πρόσβαση είναι σχεδόν αδύνατη σε βροχερές περιόδους λόγω της τοποθεσίας του. Βρίσκεται βορειοδυτικά του φράγματος του Ασπρόκρεμμου στην Πάφο.

Από την Νατά είναι πιο ομαλός ο χωματόδρομος αλλά περνά μέσα από την κοίτη του Ξεροπόταμου για 200 μέτρα, που αυτό σημαίνει ότι τις βροχερές περιόδους είναι αδύνατον να προσπελαστεί. Από την Αναρίτα είναι μια πολύ δύσκολη και ανώμαλη πορεία σε ένα έντονα έως πολύ έντονα κατηφορικό στενό χωμάτινο δρομάκι το οποίο «αιωρείται» στο χείλος του πανύψηλου γκρεμού που καταλήγει στα βαθιά νερά του φράγματος. Και αυτός ο δρόμος διασταυρώνει μικρό ρέμα το οποίο καλύπτεται από καλαμιώνες και άγρια βλάστηση.

Ευτυχώς ο Ξεροπόταμος δεν είχε νερό μέσα την ημέρα που επελέξαμε να πάμε και έτσι ήταν ο καλύτερος δυνατός τρόπος για να πάμε αλλά και για να φύγουμε από την περιοχή.


Η ιστορία του Φοίνικα αρχίζει από την εποχή των Ναϊτών Ιπποτών και τελειώνει περίπου το 1960.

Η ανεξαρτησία, δεν έφερε μαζί της μόνο τα καλά. Έφερε και την αστυφιλία. Δεκάδες χωριά εγκαταλείφθηκαν και ερειπώθηκαν. Ανάμεσα τους και ο Φοίνικας.

Ακολουθήσαμε τον δρόμο μέσα από τον Ξεροπόταμο για να βγούμε στον δευτερεύων δρόμο που θα μας πήγαινε στη Γεροσκήπου όπου διανυκτερεύσαμε.

Μέτα από μια απίστευτη νύχτα με τον ιδιοκτήτη του μικρού ξενοδοχείου, τον κ. Φύτο, που σίγουρα δεν θα ξεχάσει κανείς μας, πήγαμε για ύπνο με την υπόσχεση του Αχιλλέα ότι οι δυσκολοι δρόμοι δεν ήρθαν ακόμα και ότι η επόμενη μέρα θα ήταν πολύ πιο απαιτητική όσον αφορά στην οδήγηση εκτός δρόμου

Η δεύτερη ημέρα ξεκίνησε νωρίς με καλό πρόγευμα και καφεδάκι στο ξενοδοχείο. Αφού μαζέψαμε τα συμπράγκαλα, φορτώσαμε τις μηχανές και ξεκινήσαμε.

Η δική μου υποχρέωση ήταν να είμαι τελευταίος, σαν «σκούπα», και να βοηθάω όποιον χρειαστεί βοήθεια σε δύσκολα κομμάτια της διαδρομής, και όποιον γενικά έχει κάποιο πρόβλημα, αλλά και να ενημερώνω τον Αχιλλέα για τυχών προβλήματα και καθυστερήσεις στο πίσω μέρος της γραμμής.

Φύγαμε από Γεροσκήπου και κατευθυνθήκαμε προς το πρώτο χωριό της μέρας.

Πριν ακόμα προλάβουμε να μπούμε καλά καλά σε χωματόδρομο η πρώτη στάση της ημέρας ήταν γεγονός.

Έβλεπα τον Κώστα και την Έλενα να κοιτάνε κάτω σαν να ακούγανε κάποιο θόρυβο μέσα από τις ρόδες.

Προσπάθησα να δω και εγώ αν είχε πιαστεί κάτι αλλά μάταια. Κάναμε στάση για να το ελέγξουμε.

Τελικά δεν βρήκαμε τι φταίει ακριβώς, αλλά δεν μπορούσαμε και να το παραλείψουμε. Ο θόρυβος κάποια χιλιόμετρα παραπέρα είχε σταματήσει τελείως και δεν ήταν πρόβλημα.

Ο δρόμος είχε αρχίσει να δείχνει τα δόντια του σε κάποια σημεία. Η Crossrunner του Δημήτρη δεν πέρναγε λόγω ύψους και έπρεπε η Ελένη να κατεβαίνει σε διάφορα απότομα κομμάτια για να υπάρχει καλύτερος έλεγχος.

Φτάσαμε στο Μορόνερο!

Το Μορόνερο ήταν οικισμός της κοινότητας Καλλέπια στην Πάφο.

Ήταν ένα μικρό μεικτό χωριό, αν και οι Τουρκοκύπριοι αποτελούσαν πάντα τη μεγάλη πλειοψηφία. Το 1960 είχε μόνο 42 κατοίκους.

Η ενδοκοινοτική σύγκρουση που ξέσπασε μεταξύ της ελληνοκυπριακής και τουρκοκυπριακής κοινότητας στην Κύπρο, η οποία συνέβη στις αρχές της δεκαετίας του 1960, επηρέασε και το Μορόνερο και οδήγησε στην απομόνωσή του.

Το χωριό είχε εγκαταλειφθεί από τους κατοίκους του που έψαχναν για ένα ασφαλέστερο μέρος.


Το πρώτο πράγμα που αντικρίζεις είναι μια μισογκρεμισμένη χριστιανική εκκλησία. Γύρω από την εκκλησία το χώμα είναι σκαμμένο με τρόπο που σου δίνει την εντύπωση ότι με την πάροδο των χρόνων η εκκλησία είχε θαφτεί και την ξέθαψαν. Η μισή οροφή λείπει και η άλλη μισή στηρίζεται με σκαλωσιές. Μπαίνοντας μέσα το μόνο που υπάρχει είναι μια εικόνα του Αγίου, δυο - τρία καντήλια και μια μικρή, χαμηλή Αγία τράπεζα φτιαγμένη από ακανόνιστη πέτρα.

Αυτή είναι η εκκλησία του Αγίου Γενναδίου, του εικοστού πρώτου Οικουμενικού Πατριάρχη της Κωνσταντινουπόλεως, που εγκατέλειψε τον θρόνο του και κατέληξε σε αυτό το μέρος της Κύπρου ψάχνοντας για το ασκητήριο του Αγίου Ιλαρίωνα του Μέγα και επέλεξε την Κύπρο ως ασκητικό καταφύγιο.

Πληροφορίες λένε ότι όταν πέθανε οι άνθρωποι που κουβαλούσαν το φέρετρο ένιωσαν κούραση στο χώρο όπου βρίσκεται τώρα το εκκλησάκι. Έτσι το άφησαν κάτω για να ξεκουραστούν και όταν προσπάθησαν να το ξανασηκώσουν αυτό ήταν πλέον ασήκωτο. Έτσι η ταφή έγινε στο χώρο εκείνο και ακολούθως κτίστηκε και το εκκλησάκι.

Συνεχίσαμε τις διαδρομές μας σε πιο δύσβατα μέρη. Οι ταχύτητες μειώθηκαν για τα καλά αφού άρχισαν μπροστά μας να εμφανίζονται σημεία με λάσπη.

Η Θελέτρα βρίσκεται εικοσιεπτά χιλιόμετρα από τη Πάφο.

Η Θελέτρα εγκαταλήφθηκε μετά από ένα μεγάλο σεισμό, τον οποίο ακολούθησαν κατολισθήσεις βράχων και χώματος που κατέστρεψαν τα πλείστα σπίτια.

Το χωριό ήταν κτισμένο κάτω από ένα λόφο ο οποίος υποχώρησε.

Το νέο χωρίο της Θελέτρας κτίστηκε πάνω από τον λόφο.

Ο δρόμος για να φτάσετε εκεί, παρόλο που είναι ασφαλτοστρωμένος, δεν είναι εύκολος λόγω των κατολισθήσεων.

Στη παλιά Θελέτρα υπάρχουν κάποια σπίτια τα οποία φτιάχτηκαν και είναι κατοικήσιμα.

Περπατώντας μέσα στα δρομάκια του χωριού, μπορείτε να μπείτε σε κάποια από τα σπίτια που πραγματικά έχουν να σου πουν κάποια ιστορία.


Βιβλία ξεχασμένα πάνω σε ένα πάγκο, άδεια μπουκάλια κονιάκ, και σακάκια κρεμασμένα σε τοίχους αφημένα στο έλεος της σκόνης και της ακαθαρσίας, σας κάνουν να σκέφτεστε πως το χωριο εγκαταλήφθηκε με βιασύνη.

Ακολουθήσαμε τον δρόμο που οδηγεί έξω από το χωριό, ο οποίος ήταν καλυμμένος με λάσπη, και σιγά σιγά βρήκαμε καθαρό οδόστρωμα όπου κάναμε μια στάση για καφεδάκι και ξεκούραση. Μετά πορευτήκαμε προς το φράγμα της Ευρέτου.

Το ομώνυμο χωριό της Ευρέτου το οποίο βρίσκεται στις όχθες του φράγματος ήταν Τουρκοκυπριακό και ερημώθηκε μετά την εισβολή του 1974. Μέχρι το 1960 η Ευρέτου είχε 125 κατοίκους.

Το μόνο κτίριο που συντηρείται είναι το τζαμί της Ευρέτου το οποίο κτίστηκε στις αρχές του 20ου αιώνα στον κύριο δρόμο του χωριού και επιλέχθηκε να είναι μέρος του προγράμματος άμεσης επέμβασης της Επιτροπής για την Πολιτιστική Κληρονομιά.


Κάπου εδώ είχαμε και την πρώτη πτώση. Ο Γιώργος έχασε τον έλεγχο του πίσω τροχού προσπαθώντας να περάσει δικάβαλο από μια λασπωμένη λακκούβα.

Μετά από ένα πρώτης τάξης λασπόλουτρο, βγάλαμε την μηχανή του από την λάσπη και σιγά σιγά πέρασαν και οι υπόλοιποι.

Αμέσως μετά την Ευρέτου η δεύτερη πτώση δεν άργησε να έρθει σε μια άλλη λακκούβα από λάσπη, στην οποία η ορατότητα ήταν περιορισμένη λόγω των καλαμιώνων που βρίσκονταν γύρω της.

Το καινούριο «θύμα» της λάσπης, ήταν ο Κώστας, που ευτύχως ήταν μόνος του πάνω στη μηχανή.

Συνεχίσαμε από ένα χωράφι στην κυριολεξία, για να βρούμε τον χωματόδρομο που θα μας πήγαινε στο Σάραμα.


Το Σάραμα ήταν Τουρκοκυπριακό χωριό το οποίο καταστράφηκε από σεισμό ολοσχερώς. Κάποιες πληροφορίες λένε ότι πολλοί κάτοικοι το εγκατέλειψαν λόγω μεγάλης καταστροφής των σπαρτών τους το 1879.

Συνεχίσαμε τρία χιλιόμετρα πιο πέρα στο χωριό Κίος ή Ιστιντζιό.

Το χωριό ήταν Τουρκοκυπριακό και εγκαταλήφθεικε το 1974.

Τώρα χρησιμοποιείται από κτηνοτρόφους, οι οποίοι εκμεταλλεύονται τα λίγα σπίτια που απέμειναν αποθηκεύοντας διάφορα εργαλεία και τροφές που χρησιμοποιούν στις μάντρες τος στην περιοχή.

Ανεβαίνοντας το βουνό προσπεράσαμε το χωριό Ζαχάρια το οποίο εγκαταλήφθηκε από τους Τουρκοκύπριους κατοίκους του το 1974. Μέχρι το 1973 το χωριό είχε 113 κατοίκους.

Φτάσαμε στην Μελάνδρα η οποία καταστράφηκε από βομβαρδισμό το 1974.

Τα μόνα κτίρια που έμειναν ανέπαφα είναι το ορθόδοξο εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου και το τζαμί, τα οποία βρίσκονται δίπλα δίπλα, στην πλατεία του χωριού.

Τα γύρω σπίτια μετατράπηκαν σε ερείπια και έτσι το χωριό δεν φτιάχτηκε ξανά.

Τελευταίο χωριό του οδοιπορικού ήταν ο Στατός. Καταστράφηκε από κατολισθήσεις μετά από βροχοπτώσεις μεταξύ του 1966 και 1969, και έτσι το 1973 οι πρώτοι κάτοικοι άρχισαν να εγκαθίστανται στην καινούργια τοποθεσία λίγα χιλιόμετρα ανατολικά στην κορυφή του βουνού.

Μετά τα γεγονότα του 1974 ο καινούργιος οικισμός του Στατού φιλοξένησε αρκετούς πρόσφυγες από την κατεχόμενη περιοχή της Κύπρου.

Το οδοιπορικό στα εγκαταλελειμμένα χωριά τελείωσε με τις καλύτερες εντυπώσεις. Θησαυροί κρυμμένοι και ξεχασμένοι μέσα στα βουνά. Χωριά που κάποτε είχαν ζωή και φασαρία, τώρα στέκονται εκεί έρημα και ήσυχα για να μας θυμίζουν ότι τίποτα δεν είναι μόνιμο και τίποτα δεν διαρκεί για πάντα.



#ΕγκαταλελειμμέναχωριάτηςΚύπρου #AbandonedVillagesofCyprus #video #Βίντεο

Thanks for visiting!!!

© 2016 - 2018    Ridegaia.com
All Rights Reserved